Επίλογος / Μανόλης Αναγνωστάκης

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
       προβολείς μες την ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.
____________________________________________________________________

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής Ο στόχος, η οποία συμπεριελήφθη στη συλλογική έκδοση Δεκαοχτώ κείμενα, που εκδόθηκε κατά τη δικτατορία (Κέδρος, 1970).

Κρέμασε τη ζωή του στα γκολ-ποστ / Γιάννης Κουβαράς

Τί να σκεφτόταν
Το τελευταίο βράδυ στο κελί του
Ο Λάκης Σοφιανός
Περνώντας αστραπιαία η ζωή του
Από της μνήμης τη θολή οθόνη;

Τις αλάνες που μεγάλωσε Ορφανός από πατέρα
Κυνηγός στο γήπεδο Κυνηγημένος στη ζωή
Είχε μάθει να κλέβει για να μπορεί να επιζήσει

Σ’ έναν αγώνα πήρε
Και του διαιτητή το πορτοφόλι !
Τίναζε χούφτα χώμα
Στου αμυντικού τα μάτια να σκοράρει

Κι ένα θρυλικό απόγευμα
Τον φέραν χωροφύλακες με χειροπέδες απ’ το κελί του
Να παίξει στο κρίσιμο παιχνίδι ΑΕΚ-ΠΑΟ
Νίκησε η Ένωση με δυο γκολ δικά του
Και τον οδήγησαν αμέσως ξανά
Εκεί από όπου τον είχαν φέρει
(Τα επινίκια ανήκανε σ’ άλλους)

Έτσι πικραμένον
Τον βρήκαν αργότερα κρεμασμένον
Με των παπουτσιών τα κορδόνια στο κελί του

Κι εμείς δεν ψάλαμε ακόμη
Ένα τρισάγιο Για την ανάπαυση της παιδικής
Μ ε τ έ ω ρ η ς
Ψυχής του 

Από την ποιητική συλλογή "Μέσα Θάλασσα", 1999

Οπαδός της ΑΕΚ ή ο δικέφαλος / Ερρίκος Μπελιές

Σβήνουν απότομα όλα γύρω μου σαν όταν κλείνει του θαλάμου το φωτάκι η νοσοκόμα και πάει ν’ αδειάσει τα λεκανάκια με το αίμα το πηγμένο και τα γκρίζα σάλια ή όπως σβήνουν όλα στο μυαλό του αγοριού που ψαύει τον φαλλό του κάτω απ’ το σεντόνι γίνεται νύχτα γύρω μου πολλαπλασιάζονται σα ρίζες σπαραγγιού άγνωστοι άνομοι να παζαρεύουν σκόνη στα τσιγάρα το καυλί τους και τη μάνα τους την ίδια κι άλλοι που αρκούνται να μυρίζουν τη βενζίνα στο σφουγγάρι και τρίτοι που βαράν γροθιές αναμεταξύ τους κι αιμορραγούν εγώ φοβάμαι μα δε φεύγω τότε με πλησιάζει κάποιος και «Δεν είσαι συ που η μνηστή σου χρόνια στο οινόπνευμα συντηρημένη στο μουσείο» και «Εσύ δεν είσαι που ‘σβησες απ’ τον οικογενειακό σας τάφο τα ονόματα βάζοντας σ’ άντρες και γυναίκες Λάζαρος μα τίποτα δεν γίνηκε» κι εγώ καταλαβαίνω πως οι πάντες ξέρουμε τα πάντα για τους πάντες άρα ελεύθερα μπορώ να ψεύδομαι γι’ αυτό και κόβω το κεφάλι μου το βάζω στη μασχάλη τ’ άλλο το φοράω γίνομαι σαν τον Άη-Γιώργη των εικονισμάτων μπαίνω στο παιχνίδι και παίζω μέχρι που από τα μάτια του καλού μου κεφαλιού σβήνουν απότομα όλα. 

Από την ποιητική συλλογή "Πόλεως" (1985)