The Braves

Σα φτάνει στα χέρια σου ένα γράμμα απ’ την πατρίδα των καγκουρό και κάτι αγόρια πέμπουν σ' εσέ μουσικές αφανισμένες, καταπίνεις αιώνιες αγρυπνίες 
για χάρην των ενεστωτικά θαρραλέων. 



The Wild Palms / William Faulker

[...] Χριστούγεννα, είχε πει ο ΜακΚορντ, η αποθέωση της μπουρζουαζίας, η εποχή που με ωραίους μύθους Ουρανοί και Φύση, συμφωνώντας για μια φορά, μας προστάζουν και αξιώνουν απ’ όλους εμάς, που είμαστε σύζυγοι και πατεράδες κάτω απ’ το πετσί μας, όταν μπροστά σ’ ένα βωμό σε σχήμα επιχρυσωμένης φάτνης, ο άνθρωπος μπορεί να γονατίζει ατιμωριτί, μέσα σ΄ ένα όργιο αχαλίνωτης αισθηματικής υποταγής στο μύθο που κατάκτησε το δυτικό κόσμο, όταν επί εφτά μέρες ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος σε αμνηστία: το ασβέστωμα μιας συμφωνημένης βδομάδας αφήνοντας πάλι άγραφη και λευκή μια σελίδα για το χρονικό της νέας, και προς το παρόν ανασαίνοντας σαν άλογο- «να το άλογο» είπε ο ΜακΚορντ- εκδίκηση και μίσος… [...]

[...] Εννοώ εμάς. Την αγάπη, αν προτιμάς. Επειδή αυτό δεν μπορεί να κρατήσει. Δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό στον κόσμο σήμερα. Το αποκλείσαμε. Χρειαστήκαμε πολύν καιρό γι’ αυτό, αλλά ο άνθρωπος είναι πολυμήχανος, απεριόριστος σε επινοήματα, κι έτσι απαλλαχτήκαμε τέλος από την αγάπη όπως απαλλαχτήκαμε κι από το Χριστό. Έχουμε το ραδιόφωνο στη θέση της φωνής του θεού, και αντί να’ μαστε υποχρεωμένοι να οικονομούμε συγκινήσεις, επί μήνες και χρόνια, για να’ χουμε κάποια πιθανότητα να τις ξοδέψουμε όλες σε αγάπη, μπορούμε τώρα να τις κάνουμε λιανά και να τις γλεντούμε σε κάθε περίπτερο, οι δυο μαζί, σε τσίχλες ή σε σοκολάτες από το αυτόματο μηχάνημα. Αν ξαναγύριζε σήμερα ο Χριστός, θα’ πρεπε να τον σταυρώσουμε γρήγορα για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας και να διατηρήσουμε τον πολιτισμό που φτιάξαμε και υπομείναμε και πεθάναμε γι’ αυτόν στριγκλίζοντας και βλαστημώντας από θυμό, ανικανότητα και τρόμο επί δύο χιλιάδες χρόνια, για να τον δημιουργήσουμε και να τον τελειοποιήσουμε κατ’ εικόνα του ανθρώπου. Η Αφροδίτη, αν ξαναγύριζε, θα’ ταν ένας βρωμιάρης σε κάποιο αποχωρητήριο του υπόγειου σιδηρόδρομου με τη φούχτα του γεμάτη γαλλικές καρτ ποστάλ... [...]

Ανακοίνωση / Ενημέρωση

Οι εκδόσεις Straw Dogs, θα ήθελαν αφενός να ενημερώσουν πως από σήμερα το βιβλίο «Ο λαιμός του δήμιου» του Αντρέα Τσιάκου (Σειρά «Ποίηση», 2016), είναι πλέον εξαντλημένο αφετέρου και εξ αφορμής αυτού να ευχαριστήσουν το αναγνωστικό κοινό, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, για την υποστήριξη.

Ψηλά από τη γέφυρα / Arthur Miller

Ήταν βράχος και έμοιαζε με βράχο, εννοώ ότι και η φυσική παρουσία του ήταν επιβλητική. Ήταν ηγέτης… Απόλυτα ανεξάρτητος, με μια αταλάντευτη κριτική ευφυΐα. 
Χάρολντ Πίντερ (θεατρικός συγγραφέας)

Σπάνια ένας καλλιτέχνης έχει δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις και συκοφαντίες στην πατρίδα του και ταυτόχρονα έχαιρε βαθιάς εκτίμησης σε όλον τον κόσμο.
Μάρτιν Γκότφριντ (βιογράφος του Α. Μίλερ)

Πρόσωπο με πρόσωπο με την άλλη, την αθέατη, την σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ονείρου και μολονότι γραμμένο το 1955, τόσο επίκαιρο και τόσο διαχρονικά εμβληματικό. 
Το βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα «Ψηλά από την γέφυρα» του Μίλερ, παίζεται και θα παίζεται μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του ’18 στο Σατιρικό θέατρο, με τα σκηνοθετικά ηνία να ανήκουν στον Στέλιο Καυκαρίδη. Οι συντελεστές της παράστασης είναι: Βασίλης Μιχαήλ, Μαριάννα Καυκαρίδου, Αντώνης Καλογήρου, Σπύρος Γεωργίου, Ανδρέας Ρόζου, Ειρήνη Καραγιώργη, Έφη Παπαγεωργίου, Κώστας Κατζιηλιέρης, Γιώργος Νικολάου, Λεωνίδας Έλληνας, Αλέξανδρος Μαρτίδης και
Μιχάλης Καζάκας.

Το έργο παίζεται κάθε Σάββατο στις 8.30 μ.μ. και κάθε Κυριακή στις 6.30 μ.μ.

Η γραμμή του ορίζοντος / Χρήστος Βακαλόπουλος

[…] Υπήρχε κάτι στην ευτυχία που την έκανε αφόρητη. Υπήρχε κάτι υποχρεωτικό στην ευτυχία, κάποιος μακρινός και χαμένος συγγενής τους είχε μάθει να είναι καχύποπτοι απέναντι  στο αόρατο χέρι που τους οδηγούσε με σιγουριά στο φιλόξενο λιμάνι, κάποιος ψιθύριζε μέσα τους ότι καλύτερα είναι εδώ στο πέλαγος. Συμβούλευαν τις πλούσιες Περσίδες να μην είναι τόσο ευτυχισμένες κι αυτές τους κοίταζαν σαν όντα από άλλο πλανήτη που προσγειώθηκαν ξαφνικά στο γήπεδο του τένις, αυτές οι πλούσιες Περσίδες τους έλεγαν ότι η ευτυχία μπορεί να είναι απόλυτη και οι φόβοι τους αδικαιολόγητοι, η ευτυχία διαλέγει με προσοχή τις παρέες της και τις κρατάει για πάντα κοντά της, τι είναι αυτό που φοβάστε;… το αγόρι που μπήκε στο δωμάτιο της τα χαράματα στη Μοντάνα δεν της είπε τίποτα κι έτσι έμεινε ερωτευμένο μαζί της για πάντα, φοβήθηκε να της μιλήσει γιατί μόλις πεις την πρώτη λέξη όλα αλλάζουν, λες πράγματα που έχουν ειπωθεί εκατό χιλιάδες φορές και σε απομακρύνουν αμέσως από αυτό που αισθάνεσαι, περιγράφεις αυτό που αισθάνεσαι κι αμέσως αρχίζεις να αισθάνεσαι το αντίθετο, κυνηγάς τις λέξεις που θα σου εξασφαλίσουν την ευτυχία και θα σε υποχρεώσουν να ζήσεις ευτυχισμένος διαλέγοντας με προσοχή τις παρέες σου […] Ο καιρός περνάει, πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήρθε στο δωμάτιό της το ντροπαλό αγόρι στη Μοντάνα, θα πρέπει να έχουν διασταυρωθεί χωρίς να το ξέρουν αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν έξω από τη Νομική το ’72, μάλλον ήταν έξω από τη Νομική, κοίταζε με κάποια απορία. Μπορεί να ήταν στο Πολυτεχνείο το ’73, στεκόταν σε μια γωνία. Μπορεί να ήταν στην Αμοργό το ’74, κάθε χρόνο του έδινε μια ευκαιρία, διάλεγε έναν τόπο κι αποφάσιζε ότι θα βρίσκεται εκεί, δεν ήταν δυνατόν να μην τον συναντήσει εκεί, του έστελνε ένα σήμα και τον προειδοποιούσε ότι θα βρισκόταν εκεί, ήταν σίγουρα εκεί, μόνο που ντρεπόταν να την πλησιάσει και να της μιλήσει. Μπορεί να ήταν στον Ιπποπόταμο το’76, μπήκε κάποια στιγμή και την είδε από μακριά, κάποια στιγμή πρέπει να μπήκε και να τη είδε. Του τηλεφώνησε, αλλά δεν έμενε πια εκεί, μπορεί να ήταν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του ’77, ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε χάσει τα ίχνη του. Μπορεί να ήταν στην επέτειο του Πολυτεχνείου το ΄78, στεκόταν σε μια γωνία. Ο καιρός περνάει, μπορεί να ήταν στον κινηματογράφο Στούντιο το ’79, πέρασε δίπλα της στα προσεχώς, δεν της μίλησε… ήταν σίγουρη ότι πέρασε εκατό φορές από δίπλα της τα τελευταία είκοσι χρόνια χωρίς να της μιλήσει, οι άνθρωποι πέφτουν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου μόνο στα διαφημιστικά, ξεχνιούνται και ξαναβρίσκονται γύρω από μια μπύρα, κατουράνε συνεχώς, αλλά αυτό δεν το δείχνουν στα διαφημιστικά, που να προλάβεις να δείξεις όλη την ευτυχία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πέρασε από δίπλα της χωρίς να της μιλήσει, ο καιρός περνάει…

Duet of Death / Hilda Lawrence

[...] Ο Τραίην αγαπούσε μόνο τον αφέντη του και δεν έδειξε ποτέ την παραμικρή λύπη, είπε ο Τεντς. Αναρωτήθηκα τι δουλειά είχε εκεί πάνω και βάλθηκα να το μάθω. Γι’ αυτό, πριν τρεις νύχτες, τον πήρα από πίσω και τον τσάκωσα να περιμένει έξω από την πόρτα του πύργου. Ήξερα ότι αυτές οι πόρτες ήτανε πάντα κλειδωμένες, αλλά είδα την μια ν’ ανοίγει από μέσα και το σκυλί να μπαίνει. Τον κ. Φόρστ τον γνωρίζω από τον καιρό που ήταν 21 χρονών. Ήμουνα σερβιτόρος στη Λέσχη που σύχναζε και όταν παντρεύτηκε μου ζήτησε να μπω στην υπηρεσία του και έτσι πήρα την γυναίκα μου την Άννα και ήρθαμε όλοι εδώ. Σας λέω πως τον ήξερα καλά. Τον υπηρέτησα όλα αυτά τα χρόνια και κοίταζα τη δουλειά μου, ότι και να έβλεπα. Εγώ αναγνώρισα το αυτοκίνητο και το σακάκι του, πιστεύοντας ότι ήταν αυτός μέσα στο καμένο αμάξι. Είδα την κόρη του να σπαράζει από τη λύπη. Αισθανόμουνα και εγώ το ίδιο γιατί και οι δυο τον αγαπούσαμε, βλέπετε. Όταν είδα την πόρτα να ανοίγει για να μπει ο Τραίην, σκέφτηκα ότι δεν ήταν δική μου δουλειά να μάθω περισσότερα. Αγόρασα όμως ένα καμινέτο και κάθε μέρα του έβαζα άφθονο κιμά έξω απ’ την πόρτα του. Όταν είδα να εξαφανίζεται το κρέας μαζί με το καμινέτο, κατάλαβα πως δεν το είχε βέβαια πάρει ο σκύλος. Στεναχωρήθηκα όταν είδα τα παιδιά να ανεβαίνουν επάνω απόψε.
- Κι εσύ μας στεναχώρησες, είπε ο Μάικ του Τεντς, όταν όμως βρήκαμε την καμαρούλα, κατάλαβα ότι ήσουν κι εσύ ανακατεμένος.
- Εγώ μόνο το κρέας έφερνα κ. Μάικ, ούτε μια φορά δεν με είδε ο κ. Φόρστ, ούτε κι εγώ τον είδα. Αλλά, μετά την πρώτη νύχτα δεν χάλαγα την καρδιά μου πια, βλέπετε ήξερα τον κ. Φόρστ. Πριν είπατε ότι όλα αυτά ήσαν αλλόκοτα. Έτσι είναι, είχατε δίκαιο.
Για τελευταία φορά κάθομαι στην κάμαρά μου και περιμένω. Ο πατέρας και ο Μάικ μιλάνε με τον δικηγόρο, μετά θα πάμε στους Μπάρναμπη. Δεν ξέρω που θα πάμε ύστερα, αλλά εδώ δεν θα ξανάρθουμε. Κάποια μέρα εμείς οι τρεις θα έχουμε ένα σπιτικό, μαζί με την Άννα και τους Τεντς. Αλλόκοτο, έτσι του φάνηκε του Τεντς. Είναι όμως και γελοίο. Θυμίζει μια κοπέλα που έβαζε κορδέλες στα μαλλιά της και έκρυβε τα ζαφείρια κάτω απ’ τα μαξιλάρια της. Που έλεγε ότι της τα αφήνανε τα παιδιά και γι’ αυτό διάλεξε ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Μια γυναίκα που δεν έκανε καμιά ετοιμασία για το παιδί που θα γεννούσε και που έβαζε λουλούδια στην κάμαρα του ανθρώπου που ήθελε να σκοτώσει. Παράξενο, αφού καθαριστεί το σπίτι θα το κλείσουμε. Τίποτε δεν θα μείνει που θα μας τη θυμίζει. Ίσως μόνο κανένας λεκές από κερί σε καμιά σκοτεινή γωνιά. Αν είχε πεθάνει ο πατέρας όπως νόμιζα, θα θυμόμουνα πάντα ότι άμα άκουγα μουσική, έπρεπε να ανοίγω τις πόρτες.
Και τώρα, θα το κάνω.

Μετάφραση: Γ.Π.