2046 / Kar-Wai Wong


Μη με διαβάζετε

«Μη με διαβάζετε αν δεν έχετε συναναστραφεί νύχτα φύλακες κοιμητηρίων, την ώρα που έχουν πιάσει ένα πουλί βρεγμένο και βγάζοντας τα πρόστυχα κονιάκ στο κυλικείο, στο υπόστεγο με τις άχρηστες παλαιωμένες νεκφροφόρες, ετοιμάζονται για να το φαν. Μη με διαβάζετε αν μετά από μέρες, συζητώντας για την αϋπνία σας, δεν λέτε «έφευγ’ ο ύπνος σαν γατάκι». Μη με διαβάζετε αν κάποια Πρωτοχρονιά, ύστερα από γερή οινοποσία, δεν σκεφτήκατε ότι τα χρόνια σας φάγατε, το στίχο φέρνοντας στη ψυχή όπως ο σκύλος το κλεμμένο πουκάμισο στον αφέντη, χωρίς να μεμψιμοιρήσετε. Μη με διαβάζετε, τέλος δε, αν μέσα στον χειμώνα δεν σας έπιασε ποτέ τέτοια απελπισία, ώστε να σας έρθει να προβάρετε τα καλοκαιρινά σας ρούχα, το καλοριφέρ να χαλάει και, ψάχνοντας στο πατάρι για τη σόμπα, να σας τυλίγει ένα κρύο από περσινή γεμάτο μουντζούρα».

Αυτά και άλλα πολλά μού φαινόταν ότι μας έλεγε μεσ’ απ’ το φέρετρο ο Νίκος Καρούζος εκείνο το φοβερό πρωινό της κηδείας του στη Μητρόπολη, λίγο πριν τον επιβιβάσουν στο όχημα που θα τον μετέφερε στην πατρίδα του, το Ναύπλιο, ενώ εγώ, στην άκρη μου, το 1965 θυμόμουν, στην οδό Μασσαλίας και Σόλωνος, που για πρώτη τονε γνώρισα φορά. Οι εφημερίδες «νέο» τον αποκαλούσαν ακόμη τότε ποιητή, τα περιοδικά στην ανάλογη στήλη στοίβαζαν τα γραπτά του και είχε την ηλικία περίπου που έχω και εγώ ακριβώς τώρα – σκεφτόμουν, ενώ μερικοί, κατά την αποχώρηση, χειροκροτούσαν μέσα στο παλτό τους, και δυο τουρίστες, με πουκάμισα στο καταχείμωνο, πέρα, στο απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς να ξέρουν, χειροκροτούσαν δειλά δειλά και αυτοί.

Γιώργος Μαρκόπουλος 

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου / Ηλίας Κωνσταντίνου

Μια φορά κι ένα καιρό (επειδή δεν είμαι καλός στις ημερομηνίες, ούτε στις επιστημονικές διαδικασίες, ούτε στην ιστορική ακρίβεια, ούτε και στην ακαδημαϊκή τακτική των πραγμάτων) μια φορά και ένα καιρό λοιπόν, ο άνθρωπος δεν αγόραζε ξύλα για να βράζει τον χειμώνα. Επήγαινε οικογενειακά στο δάσος το καλοκαίρι και ενώ τα παιδιά του έπαιζαν χωστόν και λιγκρίν και ενώ η γυναίκα του έβραζε φαί να φαν το μεσημέρι, αυτός με ένα τσεκούρι έκοβε ξύλα για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Ύστερα, εμεγάλωσαν τα χωριά, έγιναν πόλεις, ήρθαν οι λάμπες, το ηλεκτρικό, το ουίσκι, τα αυτοκίνητα, τα κρυστάλλινα τασάκια, η Εσέλ, το Ροκλίν, οι δημοκρατικές εκλογές, τα αλλαντικά Γρηγορίου και άλλα πολλά βέβαια που δεν μας αφορούν εδώ. Τα πιο πάνω, είναι απλώς ενδεικτικά της προοδευτικής συμπεριφοράς εκείνου του βουκολικού ατόμου που έκαμνε οικογενειακά πικ-νικ στο δάσος και έξυπνα, εσυνδύαζε «το τερπνόν μετά του ωφελίμου». Που θα καταλήξει αυτός ο άνθρωπος, ένας θεός το ξέρει (και μια και είναι κι αυτός θεός υπό αμφισβήτηση – δεν ξέρει κανείς). Υποψίες πολλές. Εγέμωσεν ο τόπος μάντεις, προφήτες, αστρολόγους, οραματιστές που προλαλούν για την εξέλιξη της ανθρώπινης φύσης. Μάλιστα, πριν λίγα χρόνια ο θείος μου ο Ουίλιαμ Μπάρροους, που είναι και από τους καλούς προφήτες (ένεκα που είναι και τατάς μου), μου είπε: «Παιδί μου ο κόσμος είναι γεμάτος κακούς και τρελλούς. Και ως συνήθως αυτοί οι κακοί και οι τρελλοί βρίσκονται στην εξουσία και είναι όλοι επιστήμονες και τους λεν: «Δόκτωρ Παραστρατημένος Άνθρωπος, που εχάθηκε στο δάσος όταν επήε για να κόψει ξύλα». Λοιπόν παιδί μου άκου καλά. Τούτοι οι δόκτορες εκάμαν μικροσκόπια και μικρόβια θανατηφόρα – άλλα για να σκοτώνουν μόνο τους μαύρους, άλλα για τους Κινέζους, άλλα μικρόβια ειδικά για τις γυναίκες – παιδί μου, ξέρουν τα πάντα για όλους μας, είναι καλά οργανωμένοι, ξέρουν τους μυστικούς σκοπούς της κάθε ομάδας – σκοπούς που ούτε οι ίδιες οι ομάδες δεν έχουν καταλάβει ακόμα. Άκου παιδί μου καλά. το AIDS είναι το τέλειο όνειρο, ενός ανθρώπου χωρίς άνθρωπο και χωρίς σώμα – που θέλει να το παίξει θυμωμένος θεός. «Ότι αγαπάς το σκοτώνεις». Εγώ όμως σου λέω: «Ότι αγαπάς το αναγιώνεις». Και τον θεό σου και την ψυχή σου που είναι το σώμα του. Το σώμα σου. Να το προσέχεις, να το ευλογάς και αν χρειαστεί, να πολεμάς για το σώμα σου. Και τώρα, έλα παιδί μου κοντά να σε γαμήσω». Αυτά μου είπε ο τατάς μου ο Μπάρροους το 1969. 

Μάρτιος '89

Ο Πέκινπα, τα παιδιά και το γουέστερν

Πιστεύω την τέλεια αθωότητα των παιδιών. 
Δεν ξέρουν τις έννοιες του καλού και του κακού, γιατί είναι επίκτητες.

Σ. Πέκινπα, Συνέντευξη στον Ρ. Γουάιτχωλ, Περ. Σύγχρονος Κινηματογράφος, 1969

+ (μάλλον) ουδέποτε, υπήρξαν τόσα παιδιά σε ταινία γουέστερν